ἀλίσβη

ἀλίσβη
Grammatical information: f.
Meaning: ἀπάτη H.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown. The sequence -σβ- is hardly Indo-Eur.
Page in Frisk: --

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀλίσβη — fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • όλισβος — ὄλισβος, ὁ (Α) δερμάτινο ομοίωμα πέους. [ΕΤΥΜΟΛ. Λ. σχηματισμένη από το θ. τών ὀλισθάνω, ὄλισθος, κατ επίδραση τού επιθήματος βος (πρβλ. σάραβος). Κατ άλλη άποψη, η λ. θεωρείται δάνειο από τη Μικρά Ασία και συνδέεται με τη γλώσσα τού Ησύχ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.